Δουλειά

Δεν καταγόταν από καμία νεόπλουτη οικογένεια. Η μάνα του ήταν πλούσια και αριστοκρατική από τις ρίζες του γενεαλογικού της δέντρου κι αν δεν ίσχυε κάτι αντίστοιχο για τον πατέρα του, εκείνος ήταν επιστήμονας, πολυταξιδεμένος και αυτοδημιούργητος, με ανησυχίες για την πολιτική όχι σαν κοινωνική ανέλιξη αλλά σαν βήμα προσφοράς, σε εποχές που όλα αυτά δεν ήταν καθόλου αυτονόητα — εδώ που τα λέμε ακόμα δεν είναι. Κι εκείνος έβγαλε τόσα χρήματα που θα μπορούσε σίγουρα να είχε βγάλει το πενταπλάσιο· του το επέτρεπαν οι γνώσεις του και οι εποχές, αλλά δεν τον ενδιέφερε, σχεδόν το σνόμπαρε. Όμως πάλι το έκανε πενταπλάσιο με τον τρόπο με τον οποίο έζησε και εκεί που το επένδυσε.

Με αυτή την καταγωγή δεν ήξερε πώς στο καλό κατάντησε δημόσιος υπάλληλος με γυναίκα που δούλευε μια ζωή λάντζα ή σερβιτόρα. Είχε τελειώσει Πάντειο, το τμήμα επικοινωνίας, είχε βγει στο κλαρί των μίντια στα χρόνια που κατέρρεαν, ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του παντρεύτηκε τον επιτυχημένο κολλητό του και έφυγαν εδώ και χρόνια για την Καλιφόρνια. Τι κι αν οι τριγύρω του — όχι όλοι — αναγνώριζαν πού και πού ότι είχε μια καρδιά από ατόφιο χρυσάφι που τραγουδούσε και η Καιτούλα στα μέσα των 90s· είχε καταντήσει απλώς να κουτσοπορεύει τη ζωούλα του σε ένα μικροαστικό περιβάλλον που τον έπνιγε σαν θηλιά στο λαιμό.

Πώς στο διάολο τα είχε κάνει όλα τόσο σκατά; Με μια γυναίκα που σχεδόν είχε σιχαθεί, γιατί είχε παραιτηθεί, δεν είχε φιλοδοξίες, δεν είχε καμία διάθεση να καλυτερεύσει τη θέση της ή τη ζωή της. Και εντάξει, δεν φώναζε που του χαλούσε το status δουλεύοντας στη χασαποταβέρνα, τουλάχιστον δεν του έτρωγε τα λεφτά για τα δικά της έξοδα — θα μου πεις, και ποια λεφτά; Μισθωτός του Δημοσίου, που δεν παίρνει καν δώρο Πάσχα και Χριστουγέννων, όχι πασοκοθρεμμένος που φεύγανε τα χρήματα με τη σέσουλα. Πάλι καλά που έγινε σερβιτόρα και πάλι, γιατί θυμόταν τη μπουτίκ με τα ρούχα και τις τρέλες της· όχι απλώς απέτυχε παταγωδώς, ακόμα και τώρα μετά από τόσα χρόνια πλήρωνε γαμησιάτικα από εκείνη την εποχή.

Μέσα σε όλη αυτή την αηδιασμένη ζωή, το μόνο που του έδινε χαρά ήταν η πιτσιρίκα συνάδελφος του — πιτσιρίκα, ε, όχι και πιτσιρίκα, πατημένα τριάντα — αλλά για εκείνον ήταν σαν ξερολούκουμο.

Όχι τόσο για το σώμα της — αν και είχε εκείνο το απροκάλυπτα νεανικό περπάτημα που δεν ξέρει ακόμα τι δύναμη κουβαλάει — όσο για τον τρόπο που τον κοιτούσε όταν μιλούσε. Σαν να είχε κάτι να πει που άξιζε να ακουστεί. Σαν να μην ήταν απλώς άλλος ένας φάκελος με σφραγίδες, άλλος ένας κακοπληρωμένος μηχανισμός του κράτους, άλλος ένας που είχε παρκάρει τα όνειρά του σε παράλληλη στάθμευση.

Τον ρωτούσε πράγματα.
Για τα χρόνια του στα μίντια, για την πολιτική, για το πώς «τα βλέπει τα πράγματα». Γελούσε με τις ειρωνείες του — όχι ευγενικά, αλλά με εκείνο το γέλιο που σε κάνει να νιώθεις πως είσαι ακόμη αιχμηρός. Πως δεν έχεις σκουριάσει εντελώς.

Κι αυτό τον τρόμαζε.

Γιατί ήξερε πολύ καλά πού οδηγούν αυτά. Στην αρχή λες πως είναι απλώς κουβέντα. Μετά πιάνεις τον εαυτό σου να κανονίζει να πάρει καφέ στο ίδιο διάλειμμα. Μετά αρχίζεις να ντύνεσαι λίγο καλύτερα το πρωί. Μετά σκέφτεσαι δυο φορές αν θα γυρίσεις κατευθείαν σπίτι ή θα καθυστερήσεις δήθεν σε καμιά «υποχρέωση».

Και στο σπίτι;

Η γυναίκα του καθισμένη στον καναπέ με το κινητό, πόδια πρησμένα από το μεροκάματο, μάτια θολά από κούραση. Όχι άσχημη — ποτέ δεν ήταν — απλώς παραδομένη. Σαν να είχε αποδεχτεί πως αυτή είναι η τελική έκδοση του εαυτού της και δεν παίζει update.

Κάποτε την είχε αγαπήσει. Ή έτσι νόμιζε.

Ίσως είχε αγαπήσει τη σιωπή της, το ότι δεν του ζητούσε πολλά, το ότι τον θαύμαζε λίγο περισσότερο απ’ όσο άξιζε. Τώρα όμως κάθε φορά που μασούσε με ανοιχτό στόμα ή άφηνε τα παπούτσια στη μέση του διαδρόμου, ένιωθε κάτι μέσα του να μαζεύεται σαν σφιγμένο σύρμα.

«Πάλι αργά γύρισες», του είπε ένα βράδυ.

«Δουλειά.»

Δεν ρώτησε ποια.
Δεν είχε όρεξη.

Κι εκείνος δεν μπήκε στον κόπο να προσθέσει τίποτα.

Στο γραφείο την άλλη μέρα, η πιτσιρίκα — η Μαρία, έτσι τη λέγανε — του έφερε καφέ χωρίς να της το ζητήσει.

«Σκέτος, όπως τον πίνετε.»

Την κοίταξε.
«Πώς το ξέρεις;»

Σήκωσε τους ώμους.
«Σας παρατηρώ.»

Αυτό ήταν.
Η λέξη.

Παρατηρώ.

Δεν τον παρατηρούσε κανείς εδώ και χρόνια.

Τον έπιασε μια παράλογη ανάγκη να της πει τα πάντα. Για την Καλιφόρνια. Για τον κολλητό που του πήρε τον έρωτα και τη ζωή που θα μπορούσε να έχει. Για τον πατέρα του που δεν έμαθε ποτέ να συσσωρεύει λεφτά αλλά ήξερε να συσσωρεύει εμπειρίες. Για τη μάνα του με τις φωτογραφίες από δεξιώσεις σε ασπρόμαυρα άλμπουμ.

Δεν είπε τίποτα απ’ αυτά.

Είπε μόνο:
«Κουράστηκα.»

Και εκείνη, αντί να πει τις συνηθισμένες μαλακίες τύπου όλοι κουρασμένοι είμαστε, του απάντησε:

«Φαίνεται.»

Το είπε ήρεμα. Χωρίς ειρωνεία. Χωρίς λύπηση.

Και κάπου εκεί κατάλαβε πως το πρόβλημα δεν ήταν η γυναίκα του.
Ούτε η δουλειά.
Ούτε καν η χαμένη του καριέρα.

Ήταν ότι είχε συνηθίσει να ζει μικρότερος απ’ ό,τι νόμιζε πως είναι.

Και η Μαρία…

η Μαρία του το θύμιζε απλώς.

Κάθε μέρα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Εκεινη