Τρίτη, Ιουλίου 09, 2013

Βροχή στον κάμπο


Δεν είχαμε τελειώσει καν το καρπούζι. Μετρούσαμε αστέρια και μαύρα κουκούτσια στην 
πιατέλα, όταν το χώμα μύρισε. Βρισκόμασταν στην πλατεία του χωριού δίπλα από την εκκλησία, βράδυ, κάπου μέσα στην καρακαμπίλα. Πήρε να βρέχει δυνατά κι όμως κανείς δεν έφυγε. Άνοιξαν κάποιοι προνοητικοί τις ομπρέλες τους και θα ήμασταν ωραία εικόνα για τα απελπισμένα γκαρσόνια, που πατούσαν τρεχάλα να μαζέψουν τα άλλα τραπέζια και να βάλουν τους  βρεγμένους θαμώνες μέσα στο μαγαζί. Τρώγαμε καρπούζι στη βροχή αγκαλιασμένοι κάτω από τις πολύχρωμες ομπρέλες μας, ξεφορτώναμε όλες τις έγνοιες στα ποτήρια μας, τραγουδούσαμε δυνατά, έτσι κι αλλιώς άλλος θα πλήρωνε!

Να ζήσουν τα παιδιά φωνάζαμε και τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας, και στο δικό μου εκείνο το βράδυ εμφανίστηκε η θειά μου η Λέλα. «Παιδί μου η ζωή θέλει υπομονή»μου είπε, μα εγώ δεν είχα, ούτε και τούτοι οι καιροί. Οι σιδερένιες καρέκλες μας βούλιαζαν κι ανοίγανε τρύπες στο χώμα σαν τυφλοπόντικες. Απολαμβάναμε τη βροχή, τη δροσιά, τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και τα χορταράκια που κολλούσαν στα πόδια μας. Δεν θα πηγαίναμε διακοπές και η φετινή απρόσμενη δροσιά στον κάμπο ήταν δώρο θεού.

Είχε βγάλει και αεράκι και ερχόντουσαν τώρα οι ψιχάλες και φιλούσαν τα αναψοκοκκινισμένα μας μάγουλα απ’το κρασί και στο τραπέζι λέγανε για τις απολύσεις που έρχονται, για τον Κατσέλη, την ΕΡΤ,το μαύρο και τις τιμές στο σούπερ μάρκετ. Μιλούσαμε για απολύσεις, όλοι μας κοντά τριάντα και εμείς ούτε να απολυθούμε δεν μπορούσαμε πια.  Για να απολυθείς, πρέπει πρώτα να σε αφήσουν να δουλέψεις και όσοι από εμάς  δούλευαν, δουλειές του κώλου  κάναμε αλλά αυτές δεν κλάναν μια!

Θυμάσαι πως ήταν εκείνο το βράδυ;  Μετρούσαμε τις σκοτωμένες φιλοδοξίες μας όπως τα μαύρα κουκούτσια στην πιατέλα και άλλοι θυμώναμε κι άλλοι γελούσαμε και γελούσαμε τόσο δυνατά σαν να είχαμε όλες τις φιλοδοξίες του κόσμου και είχαμε το θείο του Αλέξη να μας μιλάει για το όνειρο που δεν πρέπει να αφήσουμε, μα αλλοίμονο κι αν τον πίστευε κανείς, εμείς ούτε να κοιμηθούμε δεν μπορούσαμε πια.

Δεν ξέρω τι ήταν, η χαρά των φίλων μας που παρά την κρίση το είχανε αποφασίσει; Το κρασί που εκείνο το βράδυ μας ένωνε παρά τις διαφορές μας και μας έκανε να νιώθουμε πιο δυνατοί; Οι ζεμπεκιές που ρίχναμε στο χώμα για να εξαγνίσουμε τη βαθιά μας απελπισία;   Το ψόφιο αύριο που θα έπρεπε να αναστήσουμε μαζί με αυτό και τις ζωές μας;Όπως και να έχει εμείς εδώ στεκόμασταν μόνοι και έρημοι, όπως το μοναχικό δέντρο μέσα στον ατελείωτο κάμπο και τότε είναι που σε άρπαξα και σε φιλούσα και σε αγκάλιαζα και ήθελα να σε φάω ολόκληρο σαν το καρπούζι και εσένα κάτω από τη βροχή αλλά μετά πιάσαμε για άλλα να λέμε. Για το γαμήλιο ταξίδι που θα κάνανε τα παιδιά στην Πόλη, για τον εμφύλιο στην Αίγυπτο , για το ότι δεν έχουμε λεφτά να βάλουμε βενζίνη στο αμάξι, για τους δημοτικούς αστυνομικούς, για τα δακρυγόνα, τα δάκρυα, την οργή, πως όλο αυτό δεν οδηγούσε πουθενά αλλού εκτός από το χώμα. Ήμασταν χαρούμενοι όμως έτσι ανάμεσα στους αγαπημένους μας και στο κρασί  λες και δεν είχαμε αύριο.

Είχε έρθει όμως η ώρα, αυτή που γέρνω το κεφάλι μου στον ώμο σου ενώ άλλοι ξερνούσαν στις τουαλέτες, άλλοι τραγουδούσαν Μάρκο άλλοι χαιρετούσαν κι εγώ ήθελα να σε πάρω και να φύγουμε.Δυο ποτήρια αργότερα και πεντέ- έξι τσιγάρα μετά σίγουρα είχαμε φύγει, ούτε που θυμάμαι τίποτα, μόνο πως την επόμενη μέρα άκουσα στην τηλεόραση και για άλλες απολύσεις ενώ έψαχνα στο ντουλάπι για φουντούνια και ντεπόν...

Ιστορίες από την ελληνική επαρχία
Διαβάστε κι άλλες εδώ και εδώ 
Δημοσίευση σχολίου