Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2012

Πορτοκαλί τηγανιτά κεφάλια

Μελετάω χάρτες. Καθώς τους ξεδιπλώνω, τινάζεται η σκόνη. Να δεις πως φαίνεται η άτιμη με το φως που μπαίνει απ'το μπαλκόνι. Ανοιχτό παράθυρο, ακόμα κι αυτές τις μέρες που γρήγορα νυχτώνει. Σήμερα τάισα τις γάτες μας,της πιλοτής. Κουτσομούρες από το μεσημέρι.

Όταν μπήκα στο ασανσέρ κοιτούσα τις πορτοκαλί ουρές, τα πορτοκαλί τηγανισμένα κεφάλια και νόμισα σαν να κουνούσανε το στόμα, δεν μπορούσα να καταλάβω ψαρίστικα αλλά κάτι σαν "πήγαινε" μου φάνηκε, προστακτικό! Ωραίο μεζεδάκι σκέφτηκα, ένα κιλό ψαροκόκκαλα. Άφησα το πλαστικό πιατάκι κι έφυγα. Πήγαινε μου είπανε κι έτσι κι εγώ έφυγα.Ανέβηκα πάνω, βγήκα στην βεράντα και κοίταξα κάτω. Ο γνωστός γκρι γάτος ήταν ήδη πάνω από το πιάτο και άρπαζε τα κουτσά, πορτοκαλί κεφάλια στο στόμα του ενώ μερικά άλλα τα πατούσε με την δεξιά, ροζ, χνουδωτή πατούσα του.

Τον άφησα να τρώει και γύρισα στο δωμάτιο μου, ξεσκόνισα καλά τους χάρτες και τους άφησα πάλι πίσω στη θέση τους. Κοίταξα για λίγο την απέναντι συννεφοσκέπαστη ταράτσα και τα περιστέρια πάνω της, τράβηξα την κουρτίνα. Ένιωσα ένα τσίμπημα στην καρδιά, μια δαγκωματιά του εσώτερου και μετά σηκώθηκα κι έκλεισα το πατζούρι και ξάπλωσα. Βολεύτηκα έτσι μέσα στο σκοτάδι.

Δεν υπήρχε τίποτα λυρικό πια. Ένιωσα τα μάτια μου να κλείνουν και για τόσο δα, ένιωσα πως δεν οφείλω τίποτα και σε κανέναν, σαν να είχα πληρώσει ήδη το μερτικό μου και τώρα ήμουνα ελεύθερη να φύγω, να αρπάξω τους ξεσκονισμένους χάρτες μου και να την κάνω. Μουλάρωσα. Τώρα που μπορούσα δεν ήθελα πουθενά να πάω - κι άλλη δαγκωματιά, είναι αυτό το στίγμα που δεν φεύγει.

Κάποιος είναι έξω από το πατζούρι το νιώθω. Ακούω το πρώτο νιαου. Σηκώνομαι πάω προς το παράθυρο, το ανοίγω, μετά ανοίγω το πατζούρι. Ο Γκρι γάτος ήταν. Μα πως ανέβηκε στον πέμπτο; Είχε στο στόμα ένα τηγανισμένο, πορτοκαλί κεφάλι αλλά δεν ήταν από κουτσομούρα, θα ορκιζόμουν ότι ετούτο το κεφάλι έμοιαζε με το κεφάλι της κυρίας Ασπασίας, της δασκάλας που είχα στην πρώτη δημοτικού.

Α, μάλλον μου λείπει ύπνος. Τότε ο γκρι γάτος αφήνει το κεφάλι της κυρίας Ασπασίας στο μωσαικό της βεράντας και αρχίζει να μου μιλάει ανθρωπίστικα! Αυτό πραγματικά μου γαργάλισε το μυαλό! Δεν είναι δυνατόν ο γκρι γάτος κι αυτός μιλάει ανθρωπίστικα; Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που μιλούσα με γατιά, μόνο που δεν είχα ανακαλύψει ακόμη ότι μπορούσαν σχεδόν όλα να το κάνουν. Πολλές φορές
είχα σταματήσει στο δρόμο και μιλούσα με αδέσποτες γάτες, μα τίποτα αυτές, εγώ να τους λέω την ιστορία της ζωής μου κι αυτές να απαντάνε μόνο με ένα ξερό νιάο, άντε και με ένα τρίψιμο στα πόδια μου. Ο γάτος άνοιξε το στόμα του και το άκουσα καθαρά, είπε... Πήγαινε, έγλειψε την πλάτη του για λίγο και έφυγε.
----
Γύρισα στο δωμάτιο μου. Έκλεισα το πατζούρι και μετά το παράθυρο και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ο ύπνος δεν άργησε να με πάρει και στην αρχή ήταν κάτι σαν εφιάλτης ένας τόσο αληθινός εφιάλτης. Έβλεπα ανθρώπους σίγουρα από κάπου γνωστούς, με πορτοκαλί τηγανιτές φάτσες να περνούν από μπροστά μου. Ήταν όλοι τρομαγμένοι,ανασφαλείς, κομπλεξαρισμένοι. Κουβαλούσαν τόσα κατάλοιπα και απωθημένα και έμοιαζαν τόσο βασανισμένοι.

Ερχότανε όλοι και κρεμόντουσαν από το λαιμό μου και κάνανε κούνια- μπέλα άλλοι δείχνανε να κοντρολάρουν το αλαλούμ της ψυχής τους και  ήταν κι άλλοι που έμοιαζε να πνίγονται χωρίς καν ίχνος υγρασίας. Στο τέλος όμως , ένας- ένας ερχότανε και υποκλίνονταν μπροστά μου, όπως οι ηθοποιοί στις θεατρικές παραστάσεις και δείχνανε χαρούμενοι και ανακουφισμένοι σαν να είχε τελειώσει ετούτη η παράσταση και να μην χρειαζότανε πια να βασανίζονται και γινόντουσαν όλοι παιδιά πριν η μάνα τους πάθει κατάθλιψη, πριν τους κοροιδέψει ο συμμαθητής τους, πριν αποκτήσουν το πρώτο τους σημάδι, πριν τους μαλώσει η δασκάλα στο σχολείο, πριν τους απορρίψει ο μεγάλος τους έρωτας, πριν μάθουν ότι είναι άρρωστοι.

Έβλεπα πια ένα πραγματικό όνειρο όταν όλες αυτές οι από κάπου γνωστές πορτοκαλί τηγανισμένες φάτσες ήρθαν και κύκλωσαν χαρούμενες το κρεβάτι μου κατέβασαν όλες μαζί τα πορτοκαλί κεφάλια τους και με τα ψαρίσια στόματα τους μου τραγούδησαν σε τρις φωνές Πή πη πη  γαι γαι γαι νενενε
κι εγώ τότε άνοιξα τα μάτια.

Τα άνοιξα και δεν είδα κανένα στόμα και κανένα κεφάλι οποιοδήποτε χρώματος να μου μιλάει, εξάλλου τα περισσότερα κεφάλια που συναντούσα στον ξύπνιο μου ή  θα είχανε το χρώμα του κενού ή της απελπισίας και αλήθεια ήταν ώρες που ένιωθα τόσο πολύχρωμη σε αυτή τη μονότονη διχρωμία, κενό-απελπισία-κενό απελπισία-κενό-απελπισία. Οι γάτες είχανε κάτι παραπάνω να πούνε τις νύχτες με αυτά τα πνιχτά ουρλιαχτά που νόμιζες πως ήταν κλάμα μωρού ή κάτι τέτοιο και ο γκρι γάτος μου το είχε πει καθαρά "Πήγαινε". Τότε ακούστηκε η φωνή της μάνας μου από το χολ να φωνάζει στην μεγαλύτερη αδερφή μου. "Ειρήνη έλα να ακούσεις, έχει η Μενεγάκη μια ψυχολόγο που λέει για την πρώτη συνάντηση με τα πεθερικά"


Τα πορτοκαλί τηγανιτά κεφάλια συνεχίζονται πρότεινε κι εσύ τη δικιά σου συνέχεια....  
Δημοσίευση σχολίου