Τετάρτη, Μαΐου 18, 2011

Ταχτσής

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΔΗΜΗΡΓΙΟΥΚΗ ΓΡΑΦΗ

«Ιστορία της ευρωπαϊκής και της νεοελληνικής λογοτεχνίας»
Διδάσκουσα: Σοφία Νικολαΐδου
Κριτική :  Κώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, εκδόσεις Εξάντας 1987

Όταν το  1962, ο Ταχτσής  πούλησε ένα σπίτι στην Πλάκα, για να εκδώσει , Το τρίτο στεφάνι, κανείς δε  περίμενε ό,τι θα κατεδάφιζε με αυτό του το έργο, τα παραδοσιακά κριτήρια συγγραφείς του  μυθιστορήματος. Αυτός ίσως να ήταν και ο λόγος που άργησε να αναγνωριστεί από την κριτική. Αρχικά χαρακτηρίστηκε ως ένα ρεαλιστικό, νατουραλιστικό έργο, μάλλον κοινότοπο και ασήμαντο. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια από την αγγλική μετάφραση του μυθιστορήματος και την έκδοση του από τις εκδόσεις Penguin(1969), για να αρχίσει σταδιακά να αναγνωρίζεται ως μοντερνιστικό κείμενο και ως ορόσημο της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας. Ο Ταχτσής κατέγραψε και αφηγήθηκε με αριστουργηματικό τρόπο, μέσα από παραληρηματικούς μονολόγους τις ζωές δύο γυναικών και μέσα από αυτές ολόκληρη την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Την καθημερινότητα του μικροαστικού νεοέλληνα, τη μιζέρια της μικροαστικής συνοικίας, αφήνοντας που και που, εντέχνως, να αναδυθούν και κάποιες αναθυμιάσεις του υπόκοσμου.


Η υπόθεση του έργου, όπως παρατήρησε ο Αλέξανδρος Σχινάς, δεν είναι μεταδόσιμη, είναι μόνο αναγνώσιμη.[1] Δύο γυναίκες, που γίνονται φίλες καθ΄οδόν, η Νίνα και η Εκάβη, αφηγούνται τη ζωή τους. Το μυθιστόρημα διατρέχεται από την αρχή ως το τέλος από την επιθυμία της αφήγησης. Οι δύο πρωταγωνίστριες κινούνται από μια ακατανίκητη επιθυμία, ανάγκη θα λέγαμε, να αφηγηθούν τη ζωή τους. Δύο λοιπόν αφηγηματικές φωνές που συμπλέκονται, αλλά και διατηρούν την ανεξαρτησία  τους. Ωστόσο η κυρίαρχη φωνή είναι αυτή της Νίνας, η οποία στην ουσία ενσωματώνει την αφηγηματική φωνή της Εκάβης.[2] Πάντως, και οι δύο αφηγήσεις έχουν χαρακτήρα συνειρμικού μονολόγου, αφού ξεδιπλώνονται συνειρμικά, χωρίς να ακολουθούν μία ορθόδοξη  χρονική σειρά [3] Στην προκειμένη περίπτωση, χάρη στην έντονη προφορικότητα του λόγου, ο εσωτερικός μονόλογος  γίνεται εξωστρεφής.  Έτσι η αφήγηση της Εκάβης απευθύνεται στη Νίνα, ενώ αυτή της Νίνας μοιάζει να απευθύνεται στον αναγνώστη. Έτσι ο αναγνώστης καλείται να βάλει σε τάξη αυτό το άτακτο αφηγηματικό υλικό, αφού η αφήγηση της Νίνας αρχίζει , παρουσιάζοντας γεγονότα και πρόσωπα αποσπασματικά, χωρίς συνοχή και αλληλουχία. Έτσι η έλλειψη χρονολογικής σειράς στην αφήγηση έχει ως αποτέλεσμα ο αναγνώστης να βρίσκεται στην αρχή σε σύγχυση και μόνο σταδιακά να αρχίζει να διαμορφώνει μια σαφή εικόνα για τα πρόσωπα και τα δρώμενα του μυθιστορήματος. Το κείμενο λοιπόν παίζει με τον αναγνώστη, δοκιμάζοντας τη μνήμη και την αντίληψη του. Το κείμενο τόσο με τη μορφή του εσωτερικού μονολόγου που έχει όσο και με το παιχνίδι με τον αναγνώστη φανερώνει το μοντερνιστικό του χαρακτήρα.

Ο αφηγηματικός αυτός τρόπος του κειμένου, μοιάζει να κατευθύνεται τόσο προς τα έξω (προς τη φίλη ή τον αναγνώστη) όσο και προς τα μέσα ως ένα είδος εσωτερικού μονολόγου. Δημιουργεί ένα συνδυασμό εξιστόρησης και ενδοσκόπησης. Η κεντρική ηρωίδα είναι και αφηγήτρια της δικής της ζωής και ακροάτρια της ζωής της Εκάβης. Αυτή η ατέρμονη αφήγηση των δύο ηρωίδων φαίνεται εκ πρώτης όψεως αναιτιολόγητη ή τουλάχιστο χωρίς σαφή σκοπό. Δεν πρέπει όμως να μας διαφύγει, ότι αυτή η σχέση δημιουργείται και αναπτύσσεται χάρη στην αφήγηση. Η Εκάβη αρχίζει να αφηγείται στη Νίνα τα βάσανα της ζωής της και έτσι σιγά σιγά αναπτύσσεται και η φιλία των δύο γυναικών. Οι μονόλογοι τους, όπως και οι ζωές τους, διασταυρώνονται και διαλέγονται. Μ’ άλλα λόγια, δημιουργείται μια διαλογική ανταλλαγή. Στο Τρίτο στεφάνι δεν συμπλέκονται μόνο οι αφηγηματικές φωνές, δημιουργώντας μια διαλογική δυναμική αλλά και τα λογοτεχνικά είδη.[4]

Το κείμενο, όπως επισημαίνει ο Τζιόβας,[5]συνιστά τόσο αυτοβιογραφία όσο και βιογραφία. Αποτελεί την αυτοβιογραφία της Νίνας κυρίως αλλά και της Εκάβης, η οποία όμως, παίρνει τη μορφή συνειρμικού μονολόγου, αποτυπώνοντας έτσι τη σκέψη και την ευαισθησία των δύο ηρωίδων. Ωστόσο, την ίδια στιγμή η Νίνα λειτουργεί ως βιογράφος της Εκάβης. Η Νίνα ελέγχει και αξιολογεί τη ζωή της Εκάβης, άλλοτε αφήνοντας τη να μιλήσει η ίδια και άλλοτε παρουσιάζοντας σύντομα τη δική της εκδοχή ή κρίση. Έτσι, η ζωή της Εκάβης παρουσιάζεται με και χωρίς διαμεσολαβήσεις και τα όρια ανάμεσα στη βιογραφία και την αυτοβιογραφία γίνονται ασαφή. Η αμφισβήτηση της καθαρότητας των ειδών συναντάται σε όλο το έργο του Ταχτσή. Άλλωστε, το Τρίτο στεφάνι, αν και μυθιστόρημα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αποτελεί μια διαμεσολαβημένη αυτοβιογραφία του συγγραφέα.

Εξάλλου ο ίδιος ο Ταχτσής επανειλημμένα, με δηλώσεις του έχει επισημάνει την αυτοβιογραφικότητα του Τρίτου στεφανιού. Παραδέχεται βέβαια την αυτοβιογραφική διάσταση του έργου αλλά τονίζει ότι θεωρεί απλοϊκή αλλά και ύποπτη τη συχνή ερώτηση αν τα γραπτά του και ιδιαίτερα το Τρίτο στεφάνι είναι αυτοβιογραφικά. Ύποπτη γιατί θεωρεί ότι πίσω από αυτή κρύβεται μια υστερόβουλη διάθεση να μειώσουν την αξία του έργου του. Απλοϊκή γιατί θεωρεί πως «η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα σκέτο ναι ή ένα σκέτο όχι». Και αλλού σχολιάζει: «λες και υπάρχει μυθιστόρημα που δεν είναι, έτσι ή αλλιώς, αυτοβιογραφικό, λες και έχει σημασία το θέμα κι όχι η γραφή κι ο τρόπος που ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του».[6] Ωστόσο, τελικά ομολογεί πως σε γενικές γραμμές οι περισσότεροι από τους ήρωες αυτούς υπήρξαν και πως «τα περισσότερα επεισόδια του μυθιστορήματος είναι βασισμένα σε πραγματικά γεγονότα και περιστατικά που έζησα εγώ ο ίδιος ή που άκουσα, μεταπλάθοντας τα, αλλάζοντας τη χρονική σειρά, κολλώντας τα εδώ ή εκεί όπως βόλευε, όχι την πραγματικότητα, αλλά το μύθο». Αλλά και αλλού υποστηρίζει πως αν η παραποίηση της “πραγματικότητας” είναι αναπόφευκτη ακόμη και σε μια καθαρή αυτοβιογραφία, είναι σχεδόν επιβεβλημένη, για λόγους καθαρά αισθητικούς, στην περίπτωση του μυθιστορήματος. Έτσι ομολογεί πως αλλάζει τα πραγματικά ονόματα άλλοτε από μια παιγνιώδη διάθεση άλλοτε με σκοπό να παραπέμψει στην αρχαία τραγωδία και προσθέτει : «Αλλά η αλλαγή των ονομάτων ήταν απλό παιχνίδι σε σύγκριση με τις αλλαγές που επέφερα στη ζωή των προσώπων στα οποία βάσισα τους ήρωες και τις ηρωίδες μου, και που ήταν τόσο ριζικές ώστε, μολονότι όλοι αναγνώρισαν λίγο πολύ τον εαυτό τους μεσ΄ το μυθιστόρημα, όλοι διαμαρτυρήθηκαν πως τίποτα δε συνέβη στην πραγματικότητα “έτσι”».[7]Το συμπέρασμα που βγαίνει από όλες αυτές τις δηλώσεις του συγγραφέα είναι πως υπάρχει ένας αυτοβιογραφικός πυρήνας στο έργο του ότι αυτό το αυτοβιογραφικό υλικό έχει υποστεί μια σημαντική μυθοπλαστική μεταποίηση. Γι΄αυτό άλλωστε και ο ίδιος συγγραφέας γράφει: «εγώ ο ίδιος τώρα πια καταντάω καμιά φορά να συγχέω το μύθο που ΄πλασα με την πραγματικότητα».[8]

Σε ένα άλλο του έργο, στο Φοβερό βήμα, μιλάει πιο συγκεκριμένα για την αυτοβιογραφικότητα του έργου.Έτσι εξηγεί ότι η «Εκάβη» αντιστοιχεί στη γιαγιά του Πολυξένη, η «Πολυξένη» στη θεία του Εκάβη, η «Ελένη» στη μητέρα του Έλλη- οι παραπάνω αλλαγές, όπως ομολογεί ο ίδιος, για να παραπέμψει στη αρχαία τραγωδία, μια και σκοπός του ήταν να γράψει μια «σύγχρονη ιλαροτραγωδία»-, ο «Θόδωρος» στο θείο του το Μίμη (που όμως διατηρεί το πραγματικό του όνομα σε τέσσερα διηγήματα στα Ρέστα), ο «Δημήτρης» στον θείο Γιάννη. Τέλος, Θόδωρος στην πραγματικότητα ονομαζόταν ο παππούς του συγγραφέα, που γίνεται «Γιάννης» στο μυθιστόρημα. Όσον αφορά για το πίσω από ποιο πρόσωπο βρίσκεται ο ίδιος, δίνει την εντύπωση ότι αποφεύγει να μιλήσει ξεκάθαρα. Στο Φοβερό βήμα έμμεσα ομολογεί ότι ο εγγονός της ηρωίδας, ο Άκης, ο οποίος στο τέλος γίνεται ζωγράφος, είναι ο ίδιος. Γράφει: « Πρόσφατα, κάποιος παρατήρησε ότι ο εγγονός της ηρωίδας, δηλαδή εγώ που στο τέλος του βιβλίου γίνεται ζωγράφος, «μοιάζει να αιωρείται στο κενό γαντζωμένος απ΄την κορνίζα του πίνακα που ζωγράφισε»». Ωστόσο, ο συγγραφέας στην ομιλία του σε εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμήν του το κέντρο Μπωμπούρ, τέσσερεις μόνο μήνες πριν τη δολοφονία του, δηλώνει ότι πίσω από την ηρωίδα του Νίνα κρύβεται ο ίδιος. Λέει συγκεκριμένα: «Άρχισα το μυθιστόρημα σε πρώτο πρόσωπο, με αφηγήτρια μια εντελώς πλασματική ηρωίδα, τη Νίνα- που θα μπορούσα, πιο δικαιολογημένα νομίζω απ΄τον Φλομπέρ, να πω πως ήμουν εγώ». Προφανώς εννοεί πως ο εγγονός της Εκάβης στην ιστορία της οικογένειας της είναι ο ίδιος, γεγονός που άλλωστε γίνεται φανερό και μετά την ανάγνωση του Φοβερού βήματος. Η αφηγηματική όμως φωνή της Νίνας είναι δική του. Αυτός μιλά, φορώντας το προσωπείο της Νίνας .[9]

Στο Τρίτο στεφάνι μπορούμε, να επιχειρήσουμε ένα συσχετισμό του έργου με την ιδιόρρυθμη ερωτική ζωή του συγγραφέα. Έτσι το γεγονός ότι ο συγγραφέας επιλέγει να χρησιμοποιήσει θηλυκού γένους αφηγητή δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε χωρίς νόημα. Δηλώσεις του ίδιου του συγγραφέα είναι διαφωτιστικές. Το  Τρίτο στεφάνι, δηλώνει ο συγγραφέας, ήταν «μια άσκηση ταύτισης με μια γυναίκα».[10]

Η χρήση θηλυκού αφηγητή φαίνεται να είναι μια προσπάθεια του συγγραφέα να διεισδύσει σε μια γυναικεία συνείδηση και να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της. Η Νίνα άλλωστε φέρει πολλά γνωρίσματα του συγγραφέα (όπως εκείνος, πετυχαίνει στη Νομική Σχολή αλλά την παρατά στο δεύτερο έτος, επιπλέον αγαπά το σινεμά, τη λογοτεχνία και τις ιδέες του Φρόυντ) και όπως γίνεται φανερό στο  Φοβερό βήμα ο Ταχτσής χρησιμοποιούσε το όνομα αυτό στην «άλλη» ζωή του. Στο μυθιστόρημα φορά το προσωπείο της Νίνας, όπως ακριβώς στη νυχτερινή του ζωή μεταμφιέζεται σε γυναίκα, χρησιμοποιώντας μάλιστα το όνομα «Νίνα». Παρενδυσία λοιπόν τόσο στη τέχνη όσο και στη ζωή. Εξάλλου ο στόχος του και στις δύο περιπτώσεις είναι κοινός: η αμφισβήτηση της ταυτότητας και των ρόλων των δύο φύλων.

Έτσι στο Τρίτο στεφάνι η χρήση θηλυκού αφηγητή μπορεί να συσχετιστεί με τον τραβεστισμό του συγγραφέα. Όταν λοιπόν τον ρωτούν για τους λόγους για τους οποίους στο έργο ο αφηγητής είναι γυναίκα, αναφέρει πολλούς λόγους, ένας εκ των οποίων ήταν ο εξής: «...μιλώντας με το στόμα μιας γυναίκας χωρίς να είμαι γυναίκα, αμφισβητούσα αυτόματα ορισμένες “αιώνιες”, έννοιες-την έννοια άνδρας, ανδρισμός κτλ. Το Τρίτο στεφάνι  το πετυχαίνει αυτό με πολλούς και ύπουλους τρόπους...».[11]

Τελικά ο Ταχτσής υποδύθηκε πολλούς ίσως και τραγικούς ρόλους στη ζωή του και στο συγγραφικό του έργο. Το τρίτο στεφάνι είναι όπως φαίνεται γνήσιο παιδί του συγγραφέα του, που έμελλε να στοιχειώσει τον ίδιο αλλά και τη μεταπολεμική μας λογοτεχνία.

σ.χ

[1] Αλέξανδρος Σχινάς, «Μια τομή στην εξέλιξη της πεζογραφίας μας» στο περ. Η λέξη, τχ. 29-30, 1983, 916.
[2] Ο Αλέξανδρος Σχινάς αναφέρει ότι «ακούμε έναν ενιαίο μονόλογο από δύο φωνές». Α. Σχινάς, ό. π.,.917. Ο Δ. Τζιόβας επισημαίνει ότι «η Νίνα είναι η κεντρική συνείδηση στο μυθιστόρημα, ελέγχοντας και συνοψίζοντας την αφήγηση της Εκάβης». Δ. Τζιόβας, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, Πόλις, Αθήνα 2007, 392.
[3] Η Νίνα ισχυρίζεται ότι ακούσια αναθυμάται τα γεγονότα της περασμένης της ζωής, κάθε φορά που τη νευριάζει η κόρη της. «Αχ ένα-ένα τα θυμάμαι! Κάθε φορά που με συγχύζει, μούρχονται στο μυαλό όλα τα βάσανα που τράβηξα σ΄αυτή τη ζωή. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς;». Κ. Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, . 39.
[4] Ο Τζιόβας υποστηρίζει ότι στο μυθιστόρημα υπάρχει συγκερασμός και στο επίπεδο της γλωσσικής έκφρασης.(Βλ. Δ. Τζιόβας, ό. π., σ. 396-399). Πράγματι, η γλώσσα του μυθιστορήματος παρουσιάζει το εξής παράδοξο χαρακτηριστικό: ενώ από τη μία έχουμε μια ρωμαλέα και σπαρταριστή δημοτική, την ίδια στιγμή παρεισφρύουν σ΄αυτή πληθώρα λόγιων λέξεων ή εκφράσεων.

[5] Δ. Τζιόβας, ό. π.,387.
[6]   Κ. Ταχτσής, Ένας έλληνας δράκος στο Λονδίνο, στο «Απλώς μου έπεσε το λαχείο», Καστανιώτη, Αθήνα, 2002,. 87.
[7] Κ. Ταχτσής, Από τη χαμηλή σκοπιά (πρόλογος Αλέκος Φασιανός, επιμέλεια Θανάσης Νιάρχος), Εξάντας,Αθήνα 1992,. 67.
[8] Κ. Ταχτσής, Το φοβερό βήμα, Εξάντας, Αθήνα 1989, 40
[9] Κ. Ταχτσής, « ...Εγώ χωρίς εσένα θα περνούσα μια χαρά» στο Ένας έλληνας δράκος στο Λονδίνο, Καστανιώτης  Αθήνα, 2002, 98.
[10] Κ. Ταχτσής, Από τη χαμηλή σκοπιά, ό. π., σ. 151
[11] K. Ταχτσής, Από τη χαμηλή σκοπιά, «Τα περισσότερα βιβλία είναι σκουπίδια», ό. π., σ. 156



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ταχτσής Κώστας, To τρίτο στεφάνι, Εξάντας, Αθήνα 1987.
Tαχτσής Κώστας, Τα ρέστα, Ερμής, Αθήνα  1972.
Ταχτσής Κώστας, Το φοβερό βήμα, Εξάντας, Αθήνα 1989.
Ταχτσής Κώστας, Από τη χαμηλή σκοπιά, Εξάντας, Αθήνα 1992.
Ταχτσής Κώστας, Ένας Έλληνας δράκος στο Λονδίνο, Καστανιώτης, Αθήνα 2002.
Τζιόβας Δημήτρης, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, Πόλις, Αθήνα 2007

ΆΡΘΡΑ
Σχινάς Αλέξανδρος, «Μια τομή στην εξέλιξη της πεζογραφίας μας», περ. Η λέξη, τχ. 29-30,1983, 914-917
Δημοσίευση σχολίου