Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2011

2011 Αναδρομές

2011 ευχές...
Είχε -
και αγάπη
και θάλασσα ήρεμη
Ιόνιο και Αιγαίο
και μουσικές και ποίηση
στιχάκια και βιβλία

Όλο καλοκαίρι είχε
Βουτιές

είχε και "ναι"
είχε κι "όχι"

Όνειρα γέμιζε
μύριζε ελπίδες---
διέσχιζε στοές

Δεν ήταν σταθμός-
Θάλαμος αναμονής----ήταν
Μια ευχάριστη καθυστέρηση

περνούσα----
όμορφη και αναποφάσιστη
βουλώνοντας ελπίδες

Βορρά είχε και Νότο
Δίλημμα
Απόφαση
Καμιά

Ας είναι το 2012
σταθμός
Βήμα
από αυτά
που ....

Αλλάζουν (τη) ζωή


Καλή χρονιά σε όλους 
κι ας μην περιμένουμε να μας φέρει κάτι εκείνη
ας το δημιουργήσουμε εμείς
Ας τολμήσουμε να αλλάξουμε 

Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2011

Δε φταίει η τηγανιά



Παραμονή Χριστουγέννων , καταπίνω μια βαλεριάνα με φασκόμηλο. Η ταραχή της ψυχής μετουσιώνεται σε ρίγος κι ας είχε αρχίσει η μέρα μετά φόβου, με αντίδωρο, με σώμα και αίμα… Απόψε δε θα βγω. Μετράω τους πόντους στην κάρτα μέλους του βιβλιοπωλείου. Χαζεύω τη συλλογή από σελιδοδείκτες . Τον καλύτερο μου τον πήρε η Έλενα, με εκείνη την ψηλόλιγνη ψιψίνα.  

Έχω τόσα βιβλία και καμία διάθεση για διάβασμα – και η μαμά όπως πάντα, ρίχνει το φταίξιμο στο φαγητό. «Δεν τρως καλά, γι αυτό είσαι έτσι.» Τώρα όμως πια ξέρω ότι ξέρει πως δεν φταίει η τηγανιά. Απόψε δε θα βγω. Είχα πάρει πριν depon, πήρα και tonotil, μα με παυσίπονα και βιταμίνες η ζωή δεν αλλάζει κι εγώ θέλω να την αλλάξω άρδην.

Ήμουνα καλό παιδί σε όλο το πρώτο κεφάλαιο. Δυσκολεύομαι να βρω τη συνέχεια για το δεύτερο . Δε θέλω πια να είμαι καλό παιδί.  Για ένα γαμώ κεφάλαιο δε θέλω. Θέλω να γίνω σκρόφα, για ένα βράδυ, για ένα κεφάλαιο, για μια σελίδα, τόσο χρειάζομαι εξάλλου για να έχει νόημα το happy end .

Καλά Χριστούγεννα σε όλους  J

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2011

Χριστούγεννα

Merry Christmas Glitter Graphics - Glitterlive.com



Αθήνα και η ζωή μου στα χαμένα.
Συζητήσεις στο τρένο… εξομολογητικές …
 Κι αργώ, αργώ όπως τα τρένα του ΟΣΕ…
Εξάρχεια και Ομόνοια να περιμένω- πως θα αλλάξει κάτι.
Σε αυτόν τον κόσμο, στη χώρα--- ΕΓΩ
Σύριγγες φάτσα φόρα
να μείνω εδώ ή να ανέβω ;
Πλεγμένα δάχτυλα, ζωές
Τενεκεδάκια στα δέντρα
Χριστούγεννα; 
Απειλητικές ευχές
50 λεπτά για μια δόση
Κι εσύ δίπλα μου στο
Κάθισμα το μπλε
Ομολογώ
Φοράς κόκκινα
Και με κοιτάς
Περάσαμε μια μέρα
Μαζί τη Πατησίων
Σαν να περάσαμε μαζί
Πολλές ζωές
Πήραμε πολλά τρένα
Κοίτα πως μικραίνουν
Οι λέξεις- πως κλείνουν
Τα βιβλιοπωλεία
Οι άνθρωποι τρέχουν
Άρχισε να ψιχαλίζει
Άρχισαν να ασπρίζουν
Τα μαλλιά σου
Οι παλάμες ιδρώνουν
Ενωμένες
Ξυπνάμε από τις πορείες
Στους δρόμους
Δεν καίνε πια δέντρα
Στις πλατείες
Και οι μπάτσοι στην Ερμού
Να κόβουν βόλτες
Με άγριες ματιές
Απωθούν μαύρους πραματευτές
Έχουν άσπρους και όχι
Κόκκινους σάκους στην πλάτη
Θέλω να στείλω γράμμα 
Άγιε Βασίλη 
θα με παντρευτείς ;

Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2011

Συνειδητοποιήσεις ΠΣΚ




9-10-11/12/2011

1) Οι άνθρωποι μερικές φορές μπορούνε να γίνουν τόσο υπέροχοι όσο σκατένιοι και αν είναι τις υπόλοιπες μέρες.

2) Μπορείς να ρωτήσεις κάποιον να σου επαναλάβει κάτι το οποίο δεν έχει πει ακόμα.

3) Τα βράδια όταν περπατάς δίπλα στον Σακουλέβα και πας για καλό φαγητό στους «Δερβίσηδες» πρέπει να φοράς γάντια…

4) Ο Παπαδιαμάντης έχει μεταφράσει και Στόκερ «Ο Πύργος του Δράκουλα- Εκδόσεις Κιχλή 2011» εξού και η φόνισσα μετά- (ευτυχώς φέτος ήταν έτος Παπαδιαμάντη και έπεσαν κονδύλια αλλιώς δεν θα το ξέραμε ακόμα)! – βέβαια αν δεν υπήρχε ο Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος τα κονδύλια τίποτα δεν θα κάνανε

5) Οι επιστροφές με τον Τρύφωνα από τη Φλώρινα για Θεσσαλονίκη είναι πάντα ανατρεπτικές και υπέροχες.

6) Μετά τα Μάλγαρα ευτυχώς έχει ένα παρκινγκ και  ήρθε και μας μάζεψε η express service

7) Ίσως κάποτε μπορέσω να αποκτήσω κι εγώ αγγλική προφορά

8) Η επόμενη μου εργασία(μεγάληηηη) για το μάθημα της μετάφρασης θα είναι το Porno του Irvie Welsh

9) Αν κάποιος σε μπάσει στα κόλπα της μετάφρασης μετά απλά γίνεται μαγική (δες Πένυ Φυλακτάκη )

10) Στην Ελλάδα πρέπει να φύγουμε από το Art -  η συγγραφή είναι  craft

11) Το μέγεθος και η ποσότητα πάντα θα μετράνε, ότι και να λένε ότι τάχα μου δεν …

12) Θα μας πηδάνε πάντα οι  ηγεμονικές γλώσσες. Τι να κάνουμε τώρα; Πάντα  το sex and the city  θα το έχουν διαβάσει περισσότεροι από ότι το δικό σου βιβλίο στα ελληνικά…

13) Μπορεί ένας καθηγητής-δες Θανάσης Βαλτινός να σου σχολιάζει την εργασία σου, μόνο με ένα  τριφορούμενο σχόλιο. Για τα χρόνια του και τα πλαστικά σαμπό του- δέχομαι το «Καλό ξύπνημα Σοφία»

14) Στην Ελλάδα δεν γράφουμε θεατρικά έργα. Πέρυσι  το  72%- φέτος το 58%- των θεατρικών έργων που παίζονται είναι μεταφρασμένα…

15) Η «Ματίνα Μανταρινάκι» στην πραγματικότητα είναι και γαμώ τους ηθοποιός.

16) Την άλλη Παρασκευή θα πάω μέγαρο για Σκαρίμπα …

17) Οι θεωρίες θα είναι πάντα θεωρίες- άρα ατελείωτες

18) Έχω σιχαθεί να διαβάζω για το τι μαλακία είπε ο Sassure και ο  Derrida


19) Όχι άλλο Τέρρυ Ήγκλετον, όχι άλλη αποδόμηση, όχι άλλο δομισμό, όχι άλλη ψυχανάλυση και όχι άλλο μαρξισμό, μας τα έπρηξαν και οι φεμινίστριες… αν και ωραία τα λέει η Ελέν Σιξού … πώς να αφομοιώσω όλο αυτόν τον τεράστιο όγκο πληροφοριών; Πως θα τον κατακτήσω; Με υπομονή και διάβασμα …

20) Η ψυχική υγεία είναι μια εκδοχή νεύρωσης μέσα στα πλαίσια κοινωνικών συμβάσεων  που λέει και ο  Φρόιντ. Έστω κι αυτή τη νεύρωση θα μπορέσω να την διατηρήσω  και μετά το επόμενο πσκ ; ..

21) Ο σταθμός της Θεσσαλονίκης  θα είναι πάντα αγαπημένο

22) Παραμένω φορμαλίστρια

23) Αγαπώ να μεταφράζω και να ακούω τον Αλκίνοο Ιωαννίδη να κάνει μάθημα στους πρωτοετείς στην δίπλα αίθουσα …

24) Η ξαδέρφη μου η Ελίνα με γκαντέμιασε ..

25) Οι  περισσότεροι συμφοιτητές μου ανακάλυψαν τώρα  το blog μου και ήρθανε να μου το πούνε

26)  Στην Καισαριανή έχει φθηνές ταβέρνες

27) Όποιος δεν είναι Λαρισαίος, δεν ξέρει τι θα πει να τρως στο σταθμό Νο 5,  μοσχαροκεφαλί μετά από τα σκυλάδικα , ξημερώματα- σουρωμένος-  δίπλα από την πιάτσα που ψωνίζονται οι  ντόπιοι γκέι

28) Θα δημοσιευθεί άρθρο μου στο Imagine του Γενάρη πρώτα ο Θεό

29) Υπάρχει ανοιχτή πρόσκληση για συνεργασία…

30) Ο Ερμής είναι ανάδρομος … 

Y.Σ Το τραγούδι του Θανάση αφιερωμένο  με τεράστια αγάπη στον αδερφό μου 

Υ.Σ Δεν το έμαθα στη Φλώρινα απλά το επιβεβαίωσα για ακόμα μια φορά ότι ο Αχιλλέας και ο Γιώργος είναι πραγματικοί φίλοι ..
Merry Christmas Glitter Graphics - Glitterlive.com


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2011

Χαμένη στη μετάφραση

Ποιος καλός άνθρωπος θα μου τα μεταφράσει το αργότερο μέχρι την Παρασκευή που τα θέλω; Χωρίς διλήμματα και επιπλοκές, να μου στείλει μια ωραία λογοτεχνική μετάφραση. Εεεε και θέλω γλώσσα λογοτεχνίας, όχι γλώσσα μετάφρασης, αυτή την κάνω και μόνη μου, χεχε… Τεσπά το έχω ρίξει στο διάβασμα στο παραπέντε για να δω  πως στο καλό  γίνεται η καλή λογοτεχνική μετάφραση. Μάλλον δεν θα πάρω διπλωματική πάνω στη μετάφραση αν και ποτέ δεν ξέρεις μπορεί να αλλάξω γνώμη μέχρι το τέλος, έτσι όπως κάνω πάνταααα….

Μετάφραση Πεζογραφίας
Αποσπάσματα Λογοτεχνικών Κειμένων

The Oregon Trail
            A low undulating line of sandhills bounded the horizon before us. That day we rode ten consecutive hours, and it was dusk before we entered the hollows and gorges of these gloomy little hills. At length we gained the summit, and the long expected valley of the Platte lay before us. We all drew rein, and gathered on the top of the hill, sat joyfully looking down upon the prospect. Right welcome was it; strange too, and striking to the imagination, and yet it had not one picturesque or beautiful feature; nor had it any of the features of grandeur, other than its vast extent, its solitude, and its virgin wildness. For mile after mile, a plain as level as a frozen lake, was outspread beneath us.

A Spot of Bother
            I looked ahead, where Emma should be, but did not see her. I called her name. I pushed my hands in front of me, aware even as I did so of the absurdity of this gesture, as if a pair of hands could part the fog. The panic did not strike immediately. No, that would take several seconds, a full minute even. At first it was only a gradual slipping, a sense of vertigo, like the feeling I used to get as a child when I would stand knee- deep in the warm water of the Gulf of Mexico, close my eyes against the white- hot Alabama sun. I yelled Emma's name more loudly, feeling sand beneath my feet, its shifting, unreliable shape. I ran forward, then back, retracing my steps.  Up ahead, more fog, a half mile or so of beach, then the hill leading to the Cliff House, the Musee Mechanique, the Camera Obscura, the ruins of the Sutro Baths, Louis' Diner. To the right, there was the concrete walkway stretching along the beach, then the big parking lot that fed onto the highway, and beyond it, Golden Gate Park. Behind me, miles of beach. To my left, the Pacific Ocean, gray and frothing.

The Man Who Married Himself
‘Why not’?
With those words, my good friend Reverend Zatarga changed the course of my life.  When he said them to me, he had spent two hours on the telephone with Bishop Fleming discussing various sections of the Bible in excruciatingly fine detail.  He pointed out that Levicitus warns Christians not to marry their sister, aunt, mother, mother-in law, daughter or even their granddaughter (should they be tempted).  But nowhere in the good book is there a rule against marrying oneself.  So when I told Reverend Zatarga that was exactly what I wanted to do, he eventually conceded with those two fateful words:
‘Why not?”

Personal Decisions by William Wuyme

The Division Commander gazed solemnly at Wu Dawang as the latter laid the sign on the table. 'Do you know what this sign means?' he asked.  After a long, hard look, Wu Dawang produced a careful critique. 'Good,' declared the Commander, his face brightening slowly into a smile. 'Very good, in fact - much better than them.' Though Wu Dawang didn't know who the Division Commander meant by 'them', he did know, and better than most, the People's Liberation Army's three rules of thumb - Don't Say What You Shouldn't Say, Don't Ask What You Shouldn't Ask, Don't Do What You Shouldn't Do.

Yan Lianke

Arthur Conan Doyle- Sherlock Holmes
The wind was howling outside, and the rain was beating and splashing against the windows.  Suddenly, amidst all the hubbub of the gale, there burst forth the wild scream of a terrified woman.  I knew that it was my sister’s voice.  I sprang from my bed, wrapped a shawl around me, and rushed into the corridor.  As I opened my door I seemed to hear a low whistle, such as my sister described, and a few moments later a clanging sound, as if a mass of metal had fallen. 


A Tale of Two Cities
IT WAS the best of times, it was the worst of times, it was the age of wisdom, it was the age of foolishness, it was the epoch of belief, it was the epoch of incredulity, it was the season of Light, it was the season of Darkness, it was the spring of hope, it was the winter of despair, we had everything before us, we had nothing before us, we were all going direct to Heaven, we were all going direct the other way- in short, the period was so far like the present period, that some of its noisiest authorities insisted on its being received, for good or for evil, in the superlative degree of comparison only.
Μετάφραση Ποίησης
A Question - a poem by Robert Frost
A voice said, Look me in the stars
And tell me truly, men of earth,
If all the soul-and-body scars
Were not too much to pay for birth.


William Shakespeare
XVIII (Sonnet 18)
Shall I compare thee to a summer's day?
Thou art more lovely and more temperate:
Rough winds do shake the darling buds of May,
And summer's lease hath all too short a date:
Sometime too hot the eye of heaven shines,
And often is his gold complexion dimm'd,
And every fair from fair sometime declines,
By chance, or nature's changing course untrimm'd:
But thy eternal summer shall not fade,
Nor lose possession of that fair thou ow'st,
Nor shall death brag thou wander'st in his shade,
When in eternal lines to time thou grow'st,
So long as men can breathe, or eyes can see,
So long lives this, and this gives life to thee.

Sonnet 43

How do I love thee? Let me count the ways.
I love thee to the depth and breadth and height
My soul can reach, when feeling out of sigh
For the ends of Being and ideal Grace.
I love thee to the level of every day's
Most quiet need, by sun abd candlelight.
I love thee freely, as men strive for Right;
I love thee purely, as they turn from Praise.
I love thee with the passion put to use
In my old griefs, and with my childhood's faith.
I love thee with a love I seemed to lose
With my lost saints--I love thee with the breath,
Smiles, tears, of all my life!--and, if God choose,
I shall but love thee better after death.
-

Μετάφραση Θεατρικού έργου



Last to Go
A coffee stall.  A barman and an old newspaper seller.  The barman leans on his couner, the old man stands with tea. Silence.

MAN: You was a bit busier earlier.
BARMAN: Ah.
MAN: Round about ten.
BARMAN: Ten, was it?
MAN: About then.
Pause.
MAN: I passed by here about then.
BARMAN: Oh yes?
MAN: I notived you were doing a bit of trade.
Pause.
BARMAN: Yes, trade was very brisk here about ten.
MAN: Yes, I noticed.
Pause.
MAN: I sold my last one about then.  Yes.  About nine forty-five.
BARMAN: Sold your last then, did you?
MAN: Yes, my last “Evening News” it was.  Went about twenty to ten.
Pause.
BARMAN: ‘Evening News’, was it?
MAN: Yes.
Pause.
MAN: Sometimes it’s the Star, it’s the last to go.
BARMAN: Ah.
MAN: Or the…whatsisname.
BARMAN: ‘Standard’.
MAN: Yes.
Pause.
MAN: All I had left tonight was the ‘Evening News’.
Pause.
BARMAN: Then that went, did it?
MAN: Yes.
Pause.
MAN: Like a shot.
Pause.
BARMAN: You didn’t have any left, eh?
MAN: No.  Not after I sold that one.
Pause.
BARMAN: It was after that you must have come by here then, as it?
MAN: Yes, I come by here after that, see, after I packed up.
BARMAN: You didn’t stop here though, did you?
MAN: When?
BARMAN: I mean, you didn’t stop here and have a cup of tea then, did you?
MAN: What, about ten?
BARMAN: Yes.
MAN: No, I went up to Victoria.
Pause.
BARMAN: Yes, trade was very brisk here about then.
Pause.
MAN: I went to see if I could get hold of George.
BARMAN: Who?
MAN: George.
Pause.
BARMAN: George who?
MAN: George…whatshisname.
BARMAN: Oh.
Pause.
BARMAN: Did you get hold of him?
MAN: No.  No, I couldn’t get hold of him.  I couldn’t locate him.
BARMAN: He’s not about much now, is he?
Pause.
MAN: When did you last see him then?
BARMAN: Oh, I haven’t seen him for years.
MAN: No, nor me.
Pause.
BARMAN: Used to suffer very bad from arthritis.
MAN: Arthritis?
BARMAN: Yes.
MAN: He never suffered from arthritis.
BARMAN: Suffered very bad.
Pause.
MAN: Not when I knew him.
Pause.
BARMAN: I think he must have lft the area.
Pause.
MAN: Yes, it was the ‘Evening News’ was the last to go tonight.
BARMAN: Not always the last though, is it, though?
MAN: No.  Oh no.  I mean sometimes it’s the ‘News’.  Other times it’s one of the others.  No way of telling beforehand.  Until you’ve got your last one left, of course.  Then you can tell which one it’s going to be.
BARMAN: Yes.
Pause.
MAN: Oh yes.
Pause.
MAN: I think he must have left the area.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 02, 2011

ΦΛΩΡΙΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Μερικές φορές είναι κάποιες εικόνες, σκέψεις, αναμνήσεις- κολλημένες στο μυαλό μου- που ακόμα κι αν ξεχνώ για μέρες- είναι ώρες - συνήθως βραδινές- που έρχονται και μου στροβιλίζουν το μυαλό.

Σήκω να γράψεις για μας μου φωνάζουν, θέλουμε να βγούμε από το κεφάλι σου, θέλουμε να γίνουμε λέξεις, να μας πληκτρολογήσεις και να μας ποστάρεις, μόνο τότε θα ησυχάσουμε. Να όπως απόψε που –πάλι θα ξαγρυπνήσω- μα δεν πειράζει- έχω καιρό να το κάνω και να πω την αλήθεια, μου έλειψε…

Ήταν Οκτώβρης. Είχα ανέβει στη Φλώρινα για το πρώτο μου μάθημα. Δεύτερο έτος πια, τελειόφοιτη- και όχι πια ψαρωμένη. Αυτό είναι- το βρήκα. Μην ψαρώνετε  με τη ζωή, απλά αυτή είναι πιο παλιά από εμάς και ξέρει.  

Εκείνο το ΠΣΚ ΣΤΗ Φλώρινα, όπως και κάθε ΠΣΚ εκεί, όταν έφτασε στο τέλος του, με βρήκε λίγα εικοσιτετράωρα μεγαλύτερη, λίγο πιο σοφή και στο αυτοκίνητο ενός συμφοιτητή μου- που είχε την καλοσύνη να με αδειάσει στη Θεσσαλονίκη.

Εκείνο το απόγευμα Κυριακής- ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΦΛΩΡΙΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΑΠΟ ΕΓΝΑΤΙΑ-ΟΜΙΧΛΗ-ΤΡΕΧΟΥΜΕ-ΤΡΕΧΕΙ-ΕΝΝΟΩ ΤΟ ΔΕΞΙ ΤΟΥ ΠΟΔΙ ΠΑΤΑΕΙ ΤΟ ΓΚΑΖΙ-ΜΙΑ ΚΡΥΩΝΩ ΚΑΙ ΜΙΑ ΖΕΣΤΑΙΝΟΜΑΙ-ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΚΑΘΙΣΜΑ-ΜΠΡΟΣΤΑ ΕΚΕΙΝΟΣ ΟΔΗΓΑΕΙ-ΕΓΩ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΣΤΡΙΒΩ ΤΣΙΓΑΡΟ-ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΗΓΟΥ ΚΑΘΕΤΑΙ ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ –ΑΜΦΟΤΕΡΟΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ-ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑ ΕΓΩ ΕΚΕΙ ΑΛΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ.

Κάθομαι στο πίσω κάθισμα, δε μιλάω- όχι γιατί δε θέλω αλλά γιατί δεν προλαβαίνω -μ’ αρέσει  να συζητάω- σε εκείνη τη διαδρομή εκείνο ήταν αδύνατο να συμβεί - έτσι έκατσα αναπαυτικά- κοιτούσα από το παράθυρο και τους άκουγα. Παιδιά να το δοκιμάσετε, βοηθάει στο γράψιμο.

Εκείνος μιλάει ακατάπαυστα. Ζηλεύω τους ανθρώπους που μπορούν να κάνουν παράλληλα πράγματα οδηγώντας, εγώ μέχρι τώρα το μόνο που έχω καταφέρει να κάνω παράλληλα με το οδηγώντας είναι το ιδρώνοντας .

Αυτοί εκεί μπροστά, που τους αφήνω, που τους πιάνω πάλι για γραφή λένε. Κοίτα εδώ έχει τόση ομίχλη , είμαστε μέσα σε σύννεφο… Τους ξαναπιάνω πάλι και εκείνος
ΜΙΛΑΕΙ-ΜΙΛΑΕΙ-ΜΙΛΑΕΙ-ΜΙΛΑΕΙ-ΜΙΛΑΕΙ-ΜΙΛΑΕΙ

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ---- ΚΟΙΤΑ ΝΑ ΔΕΙΣ-ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΝΙΩΘΟΥΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΕΓΩ-ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ ΟΠΩΣ ΕΓΩ…ΚΑΝΩ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΣΚΕΨΗ ΦΩΝΑΧΤΑ.

- Πόσο χρονών είπαμε πως είσαι Σοφάκι;
- 26
- Δεν είναι το ίδιο Σοφάκι, δεν το βλέπω έτσι. Εσύ είσαι 26 κι εγώ 34, θα σκότωνα να ήμουνα στην ηλικία σου.

Δεν πρέπει να είπα κάτι άλλο όπως και οι αποσκευές μου, μέχρι να ξεφορτωθώ στην Αριστοτέλους.

Η μπροστινή συζήτηση γυρνάει στη μετανάστευση-εκεί που γυρνάει σε κάθε γωνιά στην Ελλάδα-σήμερα.

Η συμφοιτήτρια, ξέρει ότι θα πάει στη Γαλλία, μέσα στους επόμενους μήνες, γιατί  εκεί θα πάει ο άντρας της για δουλειά. Έχουν τρία παιδιά. Γνωρίζει άπταιστα Γαλλικά, τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεται, όμως το θέμα της γλώσσας φαίνεται να την ζορίζει.

Μας διηγείται τα χρόνια στο Στρασβούργο, όταν και τότε είχε ακολουθήσει τον άντρα της. Εκείνος έκανε τα πάντα για να την κάνει να νιώθει άνετα, όλοι εκεί την καλοδέχτηκαν- ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ. ΑΝ ΚΑΙ ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΚΑΛΑ… εκείνης κάτι της έλειπε κι αυτό που έλειπε ήταν η γλώσσα.

 Δεν με πειράζει που δεν την μιλούσα- που δεν την άκουγα με πειράζει, ο ήχος της μου έχει λείψει-και τώρα  αυτός είναι ο καημός μου- κι αυτή τη φορά θα κρατήσει…

Εκείνη κάνει παύση… Θα σας πω κάτι, λέει εκείνος. Ξέρω, θα ακουστεί περίεργο και μπορεί να σκεφτείτε ότι είμαι μαλάκας ή έχω κάποιο πρόβλημα. Μα φέτος στη Σαμοθράκη γνώρισα μια κοπέλα. Όμορφη, όμορφη πολύ και τολμώ να πω ότι την ερωτεύτηκα. Ήταν από τη Ρουμανία, όμως τα ελληνικά της ήταν σχετικά καλά ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΟΥ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΑΚΟΥΩ ΕΓΩ.

Πείτε με παράξενο, πείτε με μαλάκα αλλά αυτή είναι αλήθεια, το σταμάτησα μαζί της γιατί δεν μιλούσε τα ελληνικά που ήθελα να ακούω εγώ.

Δεν μπορώ να πω ότι τον καταλάβαινα. Μόνο όταν ήμουνα 18 χρονών ένα καλοκαίρι σαν το δικό του, σε κάποια άλλη παραλία μακριά από τη Σαμοθράκη είχα γνωρίσει  έναν Πολωνό και τα αγγλικά μας έφταναν και περίσσευαν τότε….

Όσο για εκείνη.. Πόσο την καταλάβαινα… Πόσο αισχρά μοιάζουν οι άνθρωποι που γράφουν σκέφτηκα. Άραγε μπορεί αυτό να το καταλάβουν οι άλλοι; Μπορούν να νιώσουν τι σημαίνει για εμάς αυτή, που κοιμόμαστε και ξυπνάμε μαζί της- που δημιουργούμε μαζί της- που τη νιώθουμε έτσι όπως δεν θα νιώσουμε καμιά άλλη, γιατί με εκείνη βυζάξαμε και κάναμε τα πρώτα όνειρα ; αΝαΠνέουμε χάρη σε αυτή και οποιοσδήποτε αποχωρισμός- μικρός θάνατος… Παρατραβηγμένο; Ε ναι αλλά αλλιώς δεν θα γράφαμε….

Πλησιάζει ο καιρός για το επόμενο jet up και έπρεπε να ξεφορτωθώ εκείνο το ταξίδι επιστροφής για να έχω χώρο για τα άλλα που θα έρθουν. Μακριά από σύνορα, γλώσσες και ηπείρους, μακριά από λέξεις και από παραξενιές… Έτοιμοι να ζήσουμε όσα δεν μπορούμε να ορίσουμε…

Καλή σας νύχτα 

Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2011

Ενοικιάζεται...

Χθες είπα να βγω για έναν μεσημεριανό καφέ… Ξεκίνησα από το σπίτι περπατώντας. Πόσο λατρεύω το περπάτημα… Μετά τον Άγιο Κωνσταντίνο διέσχισα την 23ης και καθώς γύρισα το κεφάλι είδα εκείνο το ενοικιάζεται στο τζάμι. Πριν λίγο καιρό υπήρχε ένα μαγαζί με ανδρικά ρούχα στην μεγάλη μας συνοικία . Αμέσως έκανα τον παρακάτω συνειρμό. Πέρυσι δούλευα, πέρυσι από αυτό το μαγαζί είχα πάρει δώρα για  τους άντρες του σπιτιού. Μετά σκέφτηκα το μεγάλο κατάστημα γνωστής αλυσίδας με αντρικό ρουχισμό που εδώ και αρκετούς μήνες έχει κλείσει στο κέντρο της πόλης, να κι από εκεί είχα πάρει δώρο για τον καλό μου.

Προχωρώντας στην Κούμα, αιφνιδιάστηκα, το μαγαζί που μέχρι χθες ήταν γεμάτο με πολύχρωμα γυναικεία αξεσουάρ ,άδειο, από εδώ είχα πάρει το δώρο της μητέρας μου. Ευτυχώς εδώ υπήρχε κολλημένο χαρτάκι που έγραφε μεταφερθήκαμε… τόσα άδεια μαγαζιά, ο καθένας πηγαίνει όπου βρει πιο φθηνά ενοίκια…Και είχα τύψεις ότι φέτος δεν θα είχα τα λεφτά για να τους πάρω τα δώρα που θα ήθελα μα και να ήθελα ...

Πέμπτη, Νοεμβρίου 24, 2011

Θα γράφω εσαεί

Το όνειρο 

Σκέφτομαι μερικές φορές  πως βρέθηκα εδώ, εδώ που είμαι σήμερα. Τι μεσολάβησε όλα αυτά τα χρόνια; Άραγε η ζωή μου ήταν προδιαγεγραμμένη; Κι αν όχι, μήπως απλά ο χαρακτήρας μου και οι καταστάσεις που έζησα, την διαμόρφωσαν; Όσα βήματα έχω κάνει μέχρι εδώ, περίμενα ότι θα τα έκανα ή διαρκώς εξέπληττα τον εαυτό μου και τους άλλους;

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ μου δεν είχα ξεκάθαρους στόχους, ποτέ δεν έκανα μακροπρόθεσμα πλάνα ζωής αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο, μέσα μου ήξερα, σαν να είχα διαλέξει τον τρόπο που έζησα μέχρι εδώ. Το δικό μου μέλλον μπορούσα τελικά να το προβλέψω, ότι έγινα και ότι έκανα μέχρι τώρα, μέσα μου το ήξερα πολύ πριν μου συμβεί.

Αρά τι είμαι μέντιουμ ;

Έχω πνευματικό χάρισμα;

Σίγουρα όχι, απλά αν όλοι μας καθόμασταν και ακούγαμε τα μέσα μας, αν βλέπαμε λίγο πιο προσεκτικά  τις κινήσεις μας και πως αντιδρούμε στα πράγματα, πάνω-κάτω θα ξέραμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας, τις καταστάσεις που μας περιβάλλουν, την κοινωνία στην οποία ζούμε, τη χώρα  στην οποία ζούμε, τους αγαπημένους μας ανθρώπους. Αν τους κοιτάξουμε όλους λίγο πιο προσεκτικά, μπορούμε άνετα να δούμε την πορεία τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μερικές φορές, δεν μπορούμε να πέσουμε έξω στις προβλέψεις μας  ή ότι  μπορούν να μας εκπλήξουν ευχάριστα ή δυσάρεστα αλλά το 95% των κινήσεων τους το ξέρουμε.

Νιώσε το χαρακτήρα, ξεκλείδωσε τον και θα δεις μπροστά στα μάτια σου, όλη την ζωή του και όλα τα μυστικά του, μέχρι και το γιατί αντιδράει έτσι θα ξέρεις. Είσαι έτοιμος να γράψεις το μυθιστόρημα της ζωής σου ή έστω να το καταλάβεις και να το αποκωδικοποιήσεις .

Υπάρχει μοίρα τελικά; Ναι υπάρχει και την φτιάχνει ο χαρακτήρας μας.

Από την εφηβεία μου και μετά όπου άρχισαν και αυτές οι υπαρξιακές αναζητήσεις γιατί μέχρι τότε ζούσα μια υπέροχη πολύχρωμη παιδική ηλικία, ήξερα πάνω- κάτω, σε τι είμαι καλή, σε τι δεν είμαι , τι φοβάμαι και τι είμαι ικανή να κάνω. Πως μου αρέσει να περνάω την ώρα μου, πως φανταζόμουνα το μέλλον μου. Δεν μπορώ να πω ότι δεν με έχω εκπλήξει  μερικές φορές αλλά και πάλι κατά κάποιο τρόπο, ήξερα ότι θα τα κατάφερνα μέσα μου απλά έπρεπε πρώτα να παλέψω με τις ανασφάλειες και τις φοβίες μου όταν  έπρεπε να ξεπεράσω τα όρια μου, τα δικά μου περιχαρακώματα. 


Άλλες τόσες με έχω απογοητεύσει  ή έχω προσπαθήσει να πείσω τον εαυτό μου ότι άλλαξα ή ότι συμβιβάστηκα ή ότι μπορώ να ζήσω τη ζωή σαν να ήμουνα κάποια άλλη , αλλά αυτός ο χαρακτήρας, δε σε αφήνει, βγαίνει ώρες-ώρες στην επιφάνεια και σε  φέρνει πάλι στο δρόμο σου.  Στον σωστό ; Στον λάθος; Δεν ξέρω, αναλόγως το χαρακτήρα (:P) όλοι ήρθαμε εδώ για να παίξουμε ένα ρόλο και η ζωή του καθενός η δικιά του παράσταση . Άλλοι ήρθαμε να παίξουμε το θύμα, τον κακό,τον μπερδεμένο,  τον όμορφο, τον άσχημο, τον τσιγκούνη, τον σπάταλο, τον συγγραφέα, τον άχρηστο , τον έξυπνο, τον ήρωα, τον τεμπέλη, την διάνοια  ή όλα αυτά μαζί .

Έτσι λοιπόν εγώ ήξερα ανέκαθεν ότι θα γράφω, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, δεν σώζω ζωές, ούτε σβήνω φωτιές, απλά γράφω. Το έκανα από τότε που  έμαθα γραφή και ανάγνωση. Δεν μπορώ να ξέρω αν αυτό με βγάλει κάπου αλλού, αν γίνω ποτέ μεγάλη και τρανή συγγραφέας ή μάλλον επειδή με ξέρω, ξέρω και την απάντηση αλλά θα την κρατήσω για μένα.

Προς το παρόν διαβάζω, να κάτι που δεν μπορούσα να φανταστώ. Διαβάζω και μαγεύομαι από τα αριστουργήματα - παράλληλα απογοητεύομαι κιόλας. Που πας ρε καραμήτρο, λέω. Σίγουρα δεν θα γράψεις ποτέ σαν αυτούς. Θα γράψεις; Θα γράψεις καλύτερα; Συναναστρέφομαι με ανθρώπους που γράφουν, που έχουν διαβάσει και συνειδητοποιώ ότι είτε έχω δρόμο ακόμα να διανύσω ή ας το πάρω απόφαση ότι μέχρι εκεί μπορώ και να ησυχάσω.  Ότι κι αν κάνω, θα γράφω εσαεί. 

Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2011

Eπιφορτισμένοι να γεμίζωσι την χύτραν διά τού ιδρώτος των.

Εμμανουήλ Ροΐδης

(1836 - 1904)

Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις τοιαύτας:

α) Εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντες κοχλιάριον βυθίζωσιν τούτο εις την χύτραν τού προϋπολογισμού.

β) Εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον ζητούν επί παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον.

γ) Εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχουν κοχλιάριον ούτε ζητούν τοιούτον, αλλά είναι επιφορτισμένοι να γεμίζωσι την χύτραν διά τού ιδρώτος των.

Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2011

Σήμερα γίνομαι 6 χρονών

έξι χρόνια η sophie_jamaica ποστάρει... και συνεχίζει...
Κυριακή ήταν και τότε πριν έξι χρόνια όταν έγραφα την πρώτη μου ανάρτηση. Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2005 του αγίου Χρυσοστόμου !
Μέσα σε έξι χρόνια, το παιδί σου μεγαλώνει και πρέπει να το στείλεις για πρώτη φορά στο σχολείο. Βγάζεις δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο μαζί. Μέσα σε έξι χρόνια τελειώνεις μια ιατρική , σπουδάζεις και παίρνεις και μάστερ! Μέσα σε έξι χρόνια αλλάξαμε τέσσερις κυβερνήσεις , τρεις της ψηφίσαμε  μια την βγάλανε μόνοι τους. Δυο ήταν με Καραμανλή, μια  με Παπανδρέου και τώρα μια με Παπαδήμα.
Έξι χρόνια έπαιρνε το πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός εκτός από πέρυσι που το πήρε ο Παναθηναϊκός. Πήρε και ένα Κύπελλο η Λάρισα το 2007, έτσι για να σπάσει τη μονοτονία. Μέσα σε έξι χρόνια άνετα μπορείς να βαρέσεις διάλυση , να φτωχύνεις , να πλουτίσεις, να χωρίσεις, να παντρευτείς, να αρρωστήσεις , να γίνεις καλά, να αγαπήσεις, να μισήσεις  και να αγαπήσεις ξανά! Έξι, ολόκληρα γεμάτα χρόνια ζωής, έξι υπέροχα χρόνια που  μέσα από αυτό το blog τα μοιράστηκα μαζί σας. Σκέψεις, αναμνήσεις, ταξίδια, σπουδές, απόπειρες, δουλειές, έρωτες, γεύσεις , μυρωδιές…

Έξι χρόνια Εκπαιδευμένοι στο οίδημα ! 

Έξω από τη θάλασσα των Σαργασσών, εγώ επιμένω. Θα ανταλλάξεις τα αλμυρά φιλιά σου με μια ίντσα φοινικιάς ;
Το πρώτο post
5 γενέθλια

Υ.Σ Κλείνοντας θέλω να το ευχαριστήσω για την μικρή δημοσιότητα που μου έχει χαρίσει! Αρχές Νοέμβρη  είχα κατέβει στην Αθήνα γιατί θα τραγουδούσε μια φίλη μου σε ένα μαγαζί εκεί.. Καθώς καθόμουνα στο τραπέζι και έπινα αμέριμνη το ποτάκι μου, με πλησίασε μια κοπέλα την οποία την έβλεπα πρώτη φορά στη ζωή μου και μου συστήθηκε ενώ μου είπε ότι διάβαζε εδώ και λίγο καιρό το blog μου το οποίο είχε ανακαλύψει τυχαία ψάχνοντας κάτι στο internet και μετά μου αράδιασε μερικές φιλοφρονήσεις! Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει βέβαια, στο μεταπτυχιακό με είχε πλησιάσει και με είχε ρωτήσει μια άλλη κοπέλα και συμφοιτήτρια μου. Ώστε εσύ είσαι η sophie_jamaica;  Με έκπληξη της είχα απαντήσει ναι, και τότε άρχισε να μου διηγείται κι εκείνη την ιστορία της και πως το είχε ανακαλύψει κλπ.. Κάποτε με είχαν κεράσει κάτι μπύρες στην πλατεία Σάκη Καράγιωργα.Ήταν κερασμένες από άλλο blogger, το Χρήστο. Τότε τον έβλεπα για πρώτη φορά από  κοντά γιατί έτυχε να καθόμαστε στο ίδιο μαγαζί! Χάρη σε αυτό κάποτε με ανακάλυψαν και μου ζήτησαν να δουλέψω σε μια εφημερίδα . Για να σε δεχτούν να δώσεις εξετάσεις στο μεταπτυχιακό έπρεπε να στείλεις ένα φάκελο  με κείμενα σου, αρκετούς τους έκοβαν από εκείνο το στάδιο εννοώ δεν τους άφηναν ούτε να δώσουν γραπτές  εξετάσεις, ούτε να περάσουν από συνέντευξη. Τα κείμενα που είχα στείλει τότε ήταν κείμενα που γράφτηκαν γι αυτό εδώ το blog και τελικά με πήρανε …


Σ'ευχαριστώ, μικρό μου blogάκι για αυτές  τις μικρές χαρές που μου έχεις δώσει...

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2011

Έτοιμοι για όλα;


Αποδομώντας τη Θεωρία Λογοτεχνίας

Πομπός και μήνυμα,
δείκτες συγγραφή
ξεκίνα με μια στάση
ποζιτιβιστική.
Υμνείς αυτόν που το’γραψε,
υμνείς την ιστορία
κι έτσι το κάθε κείμενο
γίνεται μαρτυρία.

Λίγα χρονάκια πιο μετά
ΠΕΤΑΞΕ τα διδακτικά,
Πλάτωνα, Αριστοτέλη,
και τ’ αρχαία γνωμικά!
Για να γεμίσει το χαρτί,
η μίμησις δεν επαρκεί.
Γιατί έχουν οι φορμαλιστές
αντίρρηση σαφή.

Ξεκίνα μ’ ανοικείωση
να γίνεις χορευτής
Αλλιώς θα μείνεις πάντοτε
αθώος βαδιστής.
Εστίασε στο κείμενο
Στο πώς θα σου το πει.
Η λέξη δεν είν’ εύκολη
Ή κατανοητή.

Κι αν έχεις κιόλας βαρεθεί,
έρχεται η Νέα Κριτική
που είναι πιο διαλλακτική
μα παραμένει εμπειρική.
Μιλά για ειρωνεία,
παράλογο, αμφισημία
κι όπως όλα είναι πλάνη,
ένας Έλιοτ δεν φτάνει.

Ύστερα πάλι ο δομισμός
Ξέρεις, ο στρουκτουραλισμός
Θεό τον κάνει τον Σωσίρ
Κι όλοι του κάνουν το χατίρι.
Σημαίνον σημαινόμενο
Βαδίζουν αγκαλιά
και έχουνε το Σύστημα
πάντα γι’ αναφορά.

Μα πριν να εμπεδώσουμε
το σύστημα το γλωσσικό
αναβολή και απουσία
μας την κάνουν τη ζημία.
Τον συγγραφέα πέτα τον
και κράτα τα γραπτά
«γιατί όλα είναι κείμενο»
Φωνάζει ο Ντεριντά!



Το παραπάνω ποίημα είναι της φίλης μου και συμφοιτήτριας μου Ιωάννης Αμπατζή. Με ένα υπέροχο τρόπο, με βοηθάει να διαβάσω καλύτερα τη θεωρία λογοτεχνίας. Όλα όσα μάθαμε μέχρι τώρα σε ένα ποίημα! Μπράβοοοο Ιωάννα!

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2011

The Road Not Taken

by Robert Frost
Two roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both And be one traveler, long I stood And looked down one as far as I could To where it bent in the undergrowth; Then took the other, as just as fair, And having perhaps the better claim Because it was grassy and wanted wear, Though as for that the passing there Had worn them really about the same, And both that morning equally lay In leaves no step had trodden black. Oh, I marked the first for another day! Yet knowing how way leads on to way I doubted if I should ever come back. I shall be telling this with a sigh Somewhere ages and ages hence: Two roads diverged in a wood, and I, I took the one less traveled by, And that has made all the difference. 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 27, 2011

Αλαφροΐσκιωτος. Γυρισμός Σικελιανός Άγγελος


Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...

Bοή του πελάου πλημμυρίζει
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος·                       10
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.
Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.
Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα.

Σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα                              20
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.

Mια βοή φτάνει απόμακρα·
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είν' ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου
- και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.                              30

Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!



(από τον Λυρικό Bίο, A΄, Ίκαρος 1965)

Αλαφροΐσκιωτος. H Χρυσόφρυδη      Σικελιανός Άγγελος

Xρυσόφρυδη· σε κέρδισα                    820
στορώντας παραμύθια,
ακοίμητος νυχτόημερα,
στη γλαυκομάτα αλήθεια·
που έστησε αυτί προσεχτικό,
στο μέτωπό μου εκάρφωσε
τα μάτια της ασάλευτα,
εκεί που φλέβες δύο
σμίγουν τη βρύση της φωτιάς
με της πηγής το κρύο·
που χαμογέλασε βαθιά                         830
κ' είπε: "Ω καλέ, πώς χαίρονται
τα φρένα μου, η ψυχή σου
την κλήρα που ακολούθησε
- κ' είναι βαθιά δική σου -
του ασύγκριτου άντρα που ήτανε
σ' όλα βαρύς, μεγάλος,
στην πράξη ήταν πολύγνωμος,
στο μύθο ως κανείς άλλος!"

Tων αντρειωμένων όνειρο,
χρυσόφρυδη, σε κέρδισα,                    840
κι άλλος δεν είναι βύθος,
σ' ένανε νουν ελεύτερο
που απάνω-απάνω θρέφεται
στην πλάση, όσον ο μύθος
γλυκός : το δέντρο το ηχηρό,
που ξεκρεμάει και βάνει
- ω πλάτανος χιλιόχρονος! -
το κρύο φλασκί του ο πιστικός,
ο αργάτης τη φλοκάτα του,
το θρέφει πάντα ο κεραυνός,                           850
σειέται στο θρο του ο ουρανός,
και πάντα ρίζες πιάνει.

Xρυσόφρυδη· σε κέρδισα
με μάγια και πλανέματα
πολλά και παραμύθια.
Στο χάδι επαραδόθηκες
το αντρίκειο· σου εξεκούμπωσα
τη ζώνη, και τα στήθια
ακόμα σου ήταν άγουρα·
δεν πήδησεν η στάλα                           860
- σημάδι υγειάς αλάθευτον -
που θα μας θρέψει έναν υγιό
με της αντρείας το γάλα.

Kαι πια δε σ' άγγιξα. Έμεινα,
κι ακούμπησα στα γόνατα
τ' ολόδροσο κεφάλι·
τα μάτια μου εδιαβαίνανε
της πλάσης το κρουστάλλι,
ή σιωπηλός εκοίταζα,
σε μια βαθιά αναγάλλια,                      870
το χέρι σου ως ετίναζε
μ' ένα μεγάλο σάλεμα
τα θεοτικά, ω θαμπώματα !
μαλλιά σου ώς στ' αστραγάλια.

K' έβλεπα, πάντα σιωπηλός,
στην ακατάφλογη φωτιά
το θείο κορμί να ντύνεις,
που ακούς το τρίσβαθο όνειρο
να λαχταράει στα σπλάχνα σου,
κι από το κλάμα, της χαράς                 880
που κλαις, διψάς και πίνεις !

Xρυσόφρυδη, χρυσόφρυδη,
ω κρύα κερύθρα αμαύλιστη,
σε μιας κορφής κλεισμένη
την αγερόχρωμη σπηλιά,
από θυμάρι, από λυγιά
και δρόσο μαζεμένη !

Tην κρύα κορφήν ανέβηκα,
με μπόρες και με χιόνι,
με καλοσύνες τρίσβαθες,                    890
τόσο αλαφρός και διάφωτος
πόλεα τα κρύα μου τα νεφρά
πως ο ουρανός τα ζώνει.

Kι όλα τα φίδια εγήτεψα
που η άνοιξη με πότισε,
και τα πουλιά της πλάσης.
Ω πλάση, κι από ποιο πουλί
μπορείς να με γελάσεις,
που της φωνής τους μάζωξα
σ' ένα γυαλί τη στάλα                           900
σα δάκρυο της κληματαριάς,
σαν πεύκου ή κέδρου δάκρυσμα,
κι ανέβηκα όλη του βουνού,
ζητώντας σας, τη σκάλα !
Tης στεφανούδας τον ψιλόν αχό,
το ανάριο λάλημα,
τη γαληνή ανυφάντρα,
όλα, απ' τ' αηδόνια τ' άκουσα
ώς τη γοργή γαλιάντρα,
ώς τ' άγριο τ' αχνοπράσινου                             910
του ατσάραντου μεθύσι,
που το λαρύγγι, απ' το βαθύ
κι ακράτητον ανάβρυσμα,
λογιάζεις πως θα σκίσει !

Όλη τη σκάλα των πουλιών,
οπού περνάει σα σύννεφο,
σαν πέπλος αριαπλώνεται,
μαζώνεται και χύνεται
σαγίτες στον αέρα·
όλη την ανεμόσκαλα.                           920
Ίσαμ' εσέ, ω κορφόσκαλο,
ίσαμ' εσέ, ω φλογέρα !

Για ν' ανεβώ την κρύα κορφή
- ω κρύα του πόθου ρείθρα ! -
για σένανε, ω αμαύλιστη
του βράχου κρύα κερήθρα,
που σπας τα δόντια σα γυαλί
απ' την πολλή την κρυάδα
- μα τα δικά μου αστράψανε
σε υπέρλευκο χαμόγελο,                     930
κ' έλαμψεν, ως σε γεύτηκε,
διπλά η λευκή λαμπράδα.
Σαν το χαλίκι οπού μακριά
από το πέλαο σβήνει,
μα, μέσα, λάμπει, δείχνεται,
την αστραψιά του χύνει...

Mεγαλομάτα· έναν υγιό
να δώσω σου ονειρεύομαι,
κι ο πόθος που με ζώνει
μου σφίγγει γύρα τα νεφρά                 940
σαν πάγος και σα χιόνι.

Xρυσόφρυδη· άσε στ' όνειρο
το νου μου να βυθίσω,
στα γόνατά σου γέρνοντας·
άσε το μήλο του Mαγιού
στον ήλιο να γυρίσω,
σαν παπαρούνα κόκκινο
να γένει, και ν' αρχίσει
μέσα του η σάρκα ανάλαφρα
να δέσει και ν' αφρίσει !                       950
να δέσει από τα στήθια σου
σα στο σταφύλι η ρώγα,
κι ωστόσο, βασιλόθωρη,
από το ρόδι που άνοιξα
το μέγα, τα ρουμπίνια του
να δείξει, ασταχολόγα !

Kαι χαμογέλα! Tο κορμί
στον πόθο ας γένει διάφωτο,
σαν τα σπειριά του μέσα
και το αίμα ας λάμπει καθαρό                          960
σαν του ροδιού, τη σάρκα σου
σαν το κρουστάλλι διάφωτη
να φέγγει σου η ανέσα.

Nα σμίγει όπως στον ξάστερο
γιαλό το αγέρι μέσα σου,
που τρίσβαθα ανασαίνει.
Kάτου κοιτάς, κι απ' το βυθό,
καθώς κοιτάς, η ανάσα σου
στο νου βαθιά ανεβαίνει...

Kαι πήρα στης χρυσόφρυδης                           970
τα γόνατα το αλάφρωμα
του ονείρου· κ' ήταν ξάστερο
το κρύο γλαυκό από πάνω μου,
ήτανε γύρα μου ο γιαλός
κι ο ουρανός και τα βουνά,
και μέσα μου· κι αρχίνησε
βαθιά η καρδιά ν' αλλάξει,
που άκουσα ξάφνου τη βροντή
τη γνώριμη που εκύλησε,
κ' είπεν: "Ω αλαφροΐσκιωτε,                             980
σηκώσου· εσύ το σάρκωσες
το τάμα - και καρδιά και νους -
κ' εσύ το 'χεις αδράξει.
Ποιος αντρειωμένος θα στηθεί
και θα το δέσει ολόφωτο
σε Λόγο και σε Πράξη;"

Kαι ξύπνησα. Mου φάνηκεν
όλος σαν πνέμα ο ουρανός,
κι απάντησα : "Tη γέννα μου,
στα κρύα βουνά την κήρυξες                           990
και στη μεγάλη πλάση.
Aν είμ' ο αλαφροΐσκιωτος,
και μέσα μου η αστροφεγγιά
της γης έχει γελάσει,
κράξε· αλαφριά, ω πανάρχαιον
αιώνιον πνέμα, μέσα μου
ακόμα είν' η ορμή μου·
με τη ζωή αν με μάγεψες
και με καλείς ψηλότερα,
εδώ είναι το κορμί μου !                      1000

Eμέ, αγριοπερίστερον
είν' η αθωότη μου· κι ο αϊτός
την ξέρει και τη χαίρεται.
K' έχω αγναντέψει πάλι,
ν' αράξω τις φτερούγες μου,
να γαληνέψω, μια βαθιάν
ολόφωτην αβάλη.

Θέλω από κει - και τα νεφρά
σφιχτότερα θα ζώσω -
στα πέλαγα, ως την ησυχία                 1010
κι όλη τη γλύκα αντρώσω,
να δοκιμάσω το παλιό,
που μόφεραν οι χρόνοι
και που σκεπάζει το η καπνιά,
τόξο, που ελάλει του η χορδή
απ' τ' άγγιγμα του ασύγκριτου,
σα να 'ταν χελιδόνι !

Θέλω να δράμει η θεία βροντή,
μηνύτρα ως από σύγνεφο,
στα κορφοβούνια απόξω,                     1020
και να χτυπήσω, αλάθευτος,
κατάκαρδα τον Άνθρωπο
με το δυσκολολύγιστο,
βαρύ του στίχου τόξο!

Θέλω ν' αφήσω τη βαθιά
κι ανάλαφρη λαχτάρα
κλήρα σ' ασύγκριτον υγιό,
ή να του ρίξω ως κεραυνό
στη σάρκα μια κατάρα,
και να του πω: "Σφίξε καλά                 1030
τη ζώνη, αλαφροπάτητος
να γένεις, και τριγύρα σου όλ' η φύση,
στη βούλησή σου ολόφωτη,
θε νά 'ρτει, άκρατη λεβεντιά
τη σάρκα να σου ντύσει·
και το κορμί στο λογισμό
θ' αδρώσει, για να ζήσει
σα θα ριχτεί στο πάλεμα,
στο αντρίκειο χαροπάλεμα,
τις τραχιές γνώμες μ' αλαφρή                          1040
καρδιά για να ζυγίσει.
Kι ως στήσεις παντοδύναμα
στη γη ιερή τα χέρια,
στη νίκη και στο λύτρωμα,
θα σου χαλκέψω εγώ φτερά
κι από τον ήλιο ασύντριφτα,
για ν' ανεβείς, κι αγνάντια του
να υψώσεις την αδάμαστη
καρδιά μου μες στ' αστέρια !"                          1049



(από τον Λυρικό Bίο, A΄, Ίκαρος 1965)

Αλαφροΐσκιωτος. O Βαθύς Λόγος     Σικελιανός Άγγελος

K' ένας απ' όλους μού έφεξε
κι ακόμα φέγγει λόγος. Kαι η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε -
και, νά μπει
στο νόημα σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη.

Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
τη ζύγιασε, την έστησε,
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ' τα βάθη.

K' ήταν ο λόγος του Oδυσσέα                         100
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία
μπρος στο γιγάντειο πόνο του Aίαντα
και την ιερή μανία.

Kαι πιο μεστά,
σα να μου αλάφρωνε
φλέβα νερού αγερόλαμπρου
τη δέντρινη κορμοστασιά μου,
ανέβηκε άδιψα,                        110
αλαφρά τη φυλλωσιά μου·
μ' έθρεψε το αλαφρό νερό
και το αλαφρό το χώμα,
και ίσια
η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε,
σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα,
με τα κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια !

"Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι."
Tο λόγο που αχνίζει την πράξη,                       120
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη
τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου.

Aνέβηκα - φίλος
ανήφορων - όλες                      130
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου :
το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου !

Kαι - όχι καύχημα ανίερο -
σε πηγές δαφνοσκέπαστες                  140
ήπια εγώ, και στη στέρνα.
Tη ματιά και τη ράχη μου
λαιμός βέβαιος
και βέβαιο
το ποδάρι εκυβέρνα.

Kαι είπα, όλα γύρω βλέποντας :
"Nησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ω ριζωμένο
στο πολύβοο διάστημα,                       150
και στου Oμήρου το στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στον ύμνο !

Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου,
σιδερόχορδη ανάβρα
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας,
μαζώνεται η μπόρα,                             160
ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί μου·
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ' την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.

Aλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί.
Mου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Tη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες.          170
Tης γλαυκομάτας η έγνοια μού είναι κλήρα !

Tου νου το νόμο στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Nα, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες !"

(από τον Λυρικό Bίο, A΄, Ίκαρος 1965)